Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Αναδοχή και αποϊδρυματοποίηση των ανηλίκων

Σχετικά με την αναδοχή, την υιοθεσία και την εν γένει αποϊδρυματοποίηση των ανηλίκων. Μια σύντομη απάντηση στο Γιώργο Νικολαϊδη για την αποκατάσταση της πραγματικότητας …


| 07 Σεπ. 2016-TVXS
Ελένη Γεώργαρου

Κάθε άνθρωπος-επιστήμονας, εμπειρογνώμονας, φροντιστής, μέλος διοίκησης -  που ασχολήθηκε με την χώρο της παιδικής φροντίδας των ανηλίκων όπως η γράφουσα, δεν μπορεί παρά να συμμεριστεί απόλυτα την αγανάκτηση που εκφράζει ο Γιώργος Νικολαϊδης στο από 4/9/2016 άρθρο του για την ακατανόητη καθυστέρηση, ολιγωρία και κωλυσιεργία που παρατηρείται εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια στον τομέα της αποϊδρυματοποίησης των ανηλίκων.

Ειδικότερα είναι εντυπωσιακό ότι ενώ ο θεσμός της αναδοχής ανηλίκων προβλέφθηκε νομοθετικά από το 1992 με τον Ν. 2082/92 και εξειδικεύτηκε εφαρμοστικά με τον Π.Δ. 337/1993, ενώ εντάχθηκε στον Αστικό Κώδικα με το Ν. 2447/1996, μέχρι σήμερα η κατάσταση παραμένει απελπιστικά αδρανής και εγκληματικά στάσιμη.


Ωστόσο, θα διαφωνήσω απόλυτα με τον κ. Νικολαϊδη,  με την ιδιότητά μου  νομικού και εμπειρογνώμονα της παιδικής (δούλεψα συστηματικά τη νομοθεσία και τη δυνατότητα εφαρμογής της στην πράξη στα ιδρύματα παιδικής προστασίας συνεργαζόμενη με υπηρεσίες και φορείς παιδικής προστασίας) με την άποψη ότι το πρόβλημα για την εφαρμογή των θεσμών αποϊδρυματοποίησης (αναδοχής – υιοθεσίας) είναι το νομοθετικό-θεσμικό  πλαίσιο και η συγκεντρωτικού τύπου αρμοδιότητα στις Τμήματα Κοινωνικής Μέριμνας και Αλληλεγγύης των Περιφερειών και στα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας.

Και εξηγούμαι:

- Το θεσμικό πλαίσιο όπως αυτή τη στιγμή υφίσταται μέσω των διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του Π.Δ. 86/2009, δίνει απεριόριστα τη δυνατότητα στους κοινωνικούς λειτουργούς των Ο.Τ.Α. που διενεργούν την έρευνα για την απομάκρυνση των ανηλίκων από το φυσικό οικογενειακό περιβάλλον, να προτείνουν στον Εισαγγελέα Ανηλίκων αρχικά και στη συνέχεια στο αρμόδιο δικαστήριο, μέσω της κοινωνικής έκθεσης που θα συντάξουν, ανάδοχη οικογένεια στην οποία θα αναθέσουν τη φροντίδα των παιδιών και όχι σε ίδρυμα. Δεν το κάνουν όμως ποτέ. Και δεν το κάνουν διότι: α) δεν λειτουργούν τα Μητρώα Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων στις Περιφέρειες ενώ θα μπορούσαν άνετα να λειτουργούν χωρίς να αλλάξει κανένα θεσμικό πλαίσιο  και β)  γιατί οι κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων είναι σε τέτοιο βαθμό αποδυναμωμένες, αφού είτε δεν διαθέτουν κανένα κοινωνικό λειτουργό στις κοινωνικές του υπηρεσίες, διενεργώντας μόνο προγράμματα που διαχειρίζονται δημοτικές κοινωνικές επιχειρήσεις π.χ. Βοήθεια στο Σπίτι για ηλικιωμένους και αναπήρους, είτε διαθέτουν ελάχιστους κοινωνικούς λειτουργούς  (1-2) που είναι επιφορτισμένοι με όλα τα αντικείμενα της κοινωνικής πρόνοιας (σίτιση απόρων, προνοιακά επιδόματα, διαχείριση προγραμμάτων ανθρωπιστικής βοήθειας, παραγγελίες Εισαγγελέων για κοινωνικές εκθέσεις διερεύνησης αφαίρεσης της επιμέλειας) και οι οποίοι δεν μπορούν να είναι ούτε στοιχειωδώς επαρκείς στις ανάγκες της παιδικής προστασίας.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί των Δήμων δεν έχουν ούτε την ακαδημαϊκή ούτε την εμπειρική γνώση, να διενεργήσουν οποιαδήποτε εξειδικευμένη εργασία αφορά σε διαδικασίες αποϊδρυματοποίησης ανηλίκων, πολλοί δεν έχουν ακούσει καν τη λέξη αναδοχή, δεν γνωρίζουν το περιεχόμενο και τη λειτουργία της, ενώ πολλοί είναι δέσμιοι απλοϊκών προκαταλήψεων για το συμφέρον των ανηλίκων να παραμένουν στη φυσική τους οικογένεια όσο άσχημα και εάν είναι τα πράγματα σ΄αυτήν. Οι κοινωνικές εκθέσεις που συντάσσονται για όλους τους παραπάνω λόγους είναι τις περισσότερες φορές  πρόχειρες , επιφανειακές, σύντομες, με λανθασμένα στοιχεία,  είτε γιατί δεν υπάρχει χρόνος είτε γιατί  πραγματικά δε γνωρίζουν νομικά και άλλα θέματα που είναι όμως της αρμοδιότητάς τους (φορέας παιδικής προστασίας καθυστερεί την υιοθεσία βρέφους γιατί έχει αντιρρήσεις ο εμφανιζόμενος ως φυσικός πατέρας, χωρίς να έχει κάνει αναγνώριση πατρότητας και χωρίς να τον αναγνωρίζει η μητέρα ως τέτοιο).

Αν λάβουμε δε υπόψη ότι σε μικρές κοινωνίες οι κοινωνικοί λειτουργοί των Δήμων υπόκεινται σε εκφοβισμό όταν τίθεται θέμα απομάκρυνσης  ανηλίκου από την οικογένειά του ή πιέσεις λόγω ρουσφετολογικών και πελατειακών σχέσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση, μπορούν να είναι ελάχιστα αποτελεσματικοί στο ρόλο τους. Σήμερα, δεκάδες ή εκατοντάδες παραγγελίες Εισαγγελέων Ανηλίκων στοιβάζονται στα γραφεία των ό,ποιων κοινωνικών λειτουργών υπάρχουν στους Δήμους και εκατοντάδες παιδιά παραμένουν σε ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον  με κίνδυνο της ζωής τους.΄Εχω γράψει ήδη στο βιλίο μου «Η αναδοχή ως θεσμός παιδικής προστασίας των ανηλίκων» εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη,  ότι η νομοθεσία παρέχει κάθε μέσο στο πλαίσιο του συμφέροντος του παιδιού για να βρεθεί η λύση της αναδοχής του, αρκεί να συγκροτηθούν τα Μητρώα Υποψηφίων Αναδόχων  (αυτό γίνεται και σήμερα με μια γωνστοποίηση των Περιφερειών και των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας για την υποβολή δικαιολογητικών ενδιαφερόμενων αναδόχων γονέων και τη διενέργεια της σχετικής κοινωνικής έρευνας, όπως ακριβώς γίνεται και στις υιοθεσίες). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ανάδοχοι γονείς που προτείνονται από τον επίτροπο ή τους φυσικούς γονείς στο Δικαστήριο,  μπορεί να μην είναι καν πιστοποιημένοι από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

- Δεν μπορεί να υλοποιηθεί επίσης η αναδοχή διότι οι επαγγελματίες κοινωνικής πρόνοιας στην πλειονότητά τους δεν έχουν τη σχετική κατάρτιση και εκπαίδευση να αναλάβουν το έργο αυτό. Συνεπώς η θεσμική ανάθεση αρμοδιοτήτων σε εργαζόμενους που δεν έχουν τις προϋποθέσεις να υλοποιήσουν εξειδικευμένη εργασία όχι μόνο δεν είναι θεμιτή αλλά είναι και επικίνδυνη. Οι μόνοι εξειδικευμένοι κοινωνικοί λειτουργοί αυτή τη στιγμή είναι όσοι εργάζονται στα Τμήματα Κοινωνικής Μέριμνας και Αλληλεγγύης των Περιφερειακών Ενοτήτων «εξ αντανακλάσεως» από  το έργο τους στις υιοθεσίες. Πριν από όλα συνεπώς για την ασφάλεια και το συμφέρον των ανηλίκων,  πρέπει να παρασχεθεί η απαιτούμενη γνώση και να μεταφερθεί εμπειρία στους κοινωνικούς, νομικούς επιστήμονες και στους ψυχολόγους για τους θεσμούς αποϊδρυματοποίησης, να εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η αποϊδρυματοποίηση εκφράζει την αδιαπραγμάτευτη βούληση της Πολιτείας και δεν είναι προαιρετική και να εκριζωθούν βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις των εργαζομένων αυτών και των διοικούντων δομές παιδικής προστασίας που για τους δικούς τους λόγους δεν επιθυμούν την υλοποίηση των δράσεων αναδοχής.

- Μετά τον «Καλλικράτη» τα Τμήματα Κοινωνικής Μέριμνας και Αλληλεγγύης των Περιφερειών έχουν αποδεσμευτεί από το βάρος υποχρεώσεων όπως είναι τα επιδόματα ενώ αντίθετα όπως προείπα επιβαρύνθηκαν ιδιαίτερα οι κοινωνικές υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. β΄βαθμού. Συνεπώς δεν συντρέχει κανένας λόγος σήμερα και υπάρχει αυτή η δυνατότητα και η διάθεση σε κάθε Τμήμα Κοινωνικής Μέριμνας Περιφερειακής Ενότητας, με την εξειδίκευση που ήδη υπάρχει να αναλαμβάνεται σε συνεργασία και με το κοινωνικό λειτουργό του Δήμου εάν υπάρχει ή του ιδρύματος που έχει εισαχθεί ο ανήλικος, η κοινωνική εργασία για την  υλοποίηση της αναδοχής. Η ανάθεση αρμοδιότητας σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες με τον κατακερματισμό της πρόνοιας που υπάρχει, με τον επαγγελματική αλαζονεία που διατρέχει πολλούς δυστυχώς επιστήμονες, με την έλλειψης γνώσης και εμπειρίας θα δημιουργήσει πολλά και σοβαρά προβλήματα με κίνδυνο της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας των ανηλίκων.

- Είναι λάθος να προσδιορίζονται ως κατάλληλοι ανάδοχοι γονείς μόνο όσοι έχουν φυσικά τέκνα, διότι δεν αποτελεί ταμπού όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες και το επιβάλλει το συμφέρον του παιδιού, οι ανάδοχοι να εξελίσσονται σε θετούς γονείς, όπως άλλωστε προβλέπεται και από τη νομοθεσία μας.

- Είναι λάθος να δίνουμε περισσότερη έμφαση από ό,τι της αναλογεί στην επαγγελματική αναδοχή, γιατί κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε κακές πρακτικές ξένων χωρών, όπου τα παιδιά μπορεί να αλλάξουν μέχρι και δέκα ανάδοχες οικογένειες καθώς δεν δημιουργούνται πάντα συναισθηματικοί γονεϊκοί δεσμοί μεταξύ τους και οι ανάδοχοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μόνο ως επαγγελματία. Δεν είναι αυτό πιστεύω το επιδιωκόμενο μοντέλο. Η επαγγελματική αναδοχή έχει συγκεκριμένο στόχο, απευθύνεται σε συγκεκριμένα περιστατικά ανηλίκων και δεν την καθιστά τέτοια μόνο η καταβολή του επιδόματος αναδοχής.

- Τα πιστοποιητικά αναδοχής και υιοθεσίας εκδίδονται τάχιστα. Είναι υπόθεση τριών ημερών να συγκεντρωθούν μετά το ραντεβού στο νοσοκομείο. Το περιεχόμενό τους βέβαια είναι αντικείμενο προς συζήτηση. Και όχι για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα αλλά κυρίως για την ψυχική κατάσταση των ενδιαφερομένων καθώς όπως γνωρίζει και ο κ. Νικολαϊδης τα πιστοποιητικά αυτά εκδίδονται με μια τυπική επίσκεψη σε ένα ψυχίατρο. Εδώ έχουμε πρόβλημα και χρειαζόμαστε τη βοήθειά του. Και για να σταματήσει ο γνωστός «αστικός μύθος» οι υιοθεσίες δεν καθυστερούν λόγω των διαδικασιών  των υιοθεσιών αλλά λόγω της κωλυσιεργίας να απεμπλακούν παιδιά που μετά βεβαιότητας δεν μπορούν να μεγαλώσουν στο φυσικό οικογενειακό τους περιβάλλον λόγω εγκατάλειψης, παραμέλησης ή κακοποίησης από τη γονική μέριμνα των βιολογικών γονέων και της απαιτούμενης συναίνεσης των φυσικών γονέων που δεν δίνεται για πολλούς και διαφόρους λόγους, ακόμη και εάν είναι πασιφανής η ακαταλληλότητά τους.

- Το Π.Δ. 86/2009 ορίζει ρητά ότι τα προς αναδοχή παιδιά καλύπτονται ασφαλιστικά από τον έχοντα την επιμέλειά τους. Θα μπορούσε συνεπώς να δίδεται η επιμέλεια στους αναδόχους γονείς ή να τροποποιηθεί η διάταξη και να ορίζει ότι με τη δικαστική απόφαση ανάθεσης ή άδειας της αναδοχής του ανηλίκου , ο ασφαλιστικός φορέας θα καλύπτει το αναδεχόμενο παιδί.

- Βρίσκω απολύτως σωστή την άποψη να δημιουργηθεί ένας Ενιαίος Φορέας παρακολούθησης των θεσμών  αποϊδρυματοποίησης αρκεί να μην παρουσιάζει συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά, νοοτροπίες αυθεντίας και τον αθηναϊκό «υδροκεφαλισμό». Ο ρόλος του πρέπει να είναι ρόλος εποπτικός, υποστηρικτικός, συμβουλευτικός, γνωμοδοτικός και βέβαια μπορεί να αναλάβει την οργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που είναι αναγκαίο να γίνονται σε όλη της χώρα σε επίπεδο περιφερειακών ενοτήτων ή Περιφερειών.

- Σημειώνω επίσης διορθώνοντας τον κ. Νικολαϊδη,  ότι η νομοθεσία δεν προσδιορίζει τον τύπο της ανάδοχης οικογένεια σε ετερόφυλη ή ομόφυλη όπως υπονοεί ο κ. Νικολαϊδης, αλλά σε έγγαμο ζευγάρι ή σε μεμονωμένα άτομα. Ο νόμος σήμερα δεν επιτρέπει την υιοθεσία σε ζευγάρι ομοφύλων μετά από σύμφωνο συμβίωσης και κατά συνέπεια την αναδοχή. Ωστόσο άνθρωποι διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού υιοθετούν ως μεμονωμένα άτομα αν κριθούν κατάλληλα από  την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία. Αυτό είναι το τελευταίο θέμα που θα έπρεπε να μας απασχολεί όπως και ο όρος «τεκνοθεσία» ή «υιοθεσία» που μέχρι να εισαχθεί στο δίκαιο θα είναι αυτός που δεν επηρεάζει την ουσία.

Εν κατακλείδι, η εφαρμογή της αναδοχής χρειάζεται α) Την αποφασιστική θέση της Πολιτείας να εφαρμόσει τις δράσεις αποϊδρυματοποίσης  εφαρμόζοντας την υφιστάμενη νομοθεσία και τροποποιώντας την μερικά όπου χρειάζεται β) Τη θέσπιση ενιαίων κανόνων λειτουργίας των ιδρυμάτων και επιβολή δράσεων  αναδοχής με τη συνεργασία των εποπτευόντων υπηρεσιών και σύνδεση αυτών με τη χρηματοδότησή τους γ) Τροποποίηση στα σημεία του Π.Δ. 86/2009 ώστε να διασαφηνίζονται αρμοδιότητες π.χ. η Περιφερειακή Ενότητα για τα παιδιά που δεν εισάγονται στα ιδρύματα ώστε να κατευθύνονται απευθείας σε ανάδοχες οικογένειες και να απαιτείται άδεια του δικαστηρίου για κάθε τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια και πρόβλεψη συνεργασίας των τοπικών κοινωνικών υπηρεσιών δ) Την άμεση δημοσιοποίηση και πρόσκληση αναδόχων γονέων να υποβάλουν δικαιολογητικά στις υφιστάμενες αρμόδιες υπηρεσίες για την συγκρότηση του Μητρώου Αναδόχων Οικογενειών ε) Κατεπείγοντα προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης των επαγγελματιών στην κοινωνικής εργασίας της κάθε κοινωνικής υπηρεσίας,  στους τομείς της αναδοχής ώστε να γνωρίσουν τόσο το περιεχόμενο όσο και τις διαδικασίες που απαιτούνται για την τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια.

Και τέλος τα «ράσα δεν κάνουν τον παπά». Το πρόβλημα δεν είναι οι νόμοι αλλά η εφαρμογή τους και η αξιοποίησή τους προς το συμφέρον αυτών που κλήθηκαν να εξυπηρετούν.

* Η κ. Ελένη Γεώργαρου, νομικός - εμπειρογνώμονας παιδικής προστασίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου