Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Από τα τραγούδια της λευτεριάς, στα σκυλάδικα της δηθενιάς(Ελένη Μπέλλου)


Από τις μεγάλες συναυλίες του πολιτικού τραγουδιού με χαρακτήρα διαδήλωσης διαμαρτυρίας, ως την επικράτηση της κουλτούρας του σκυλάδικου με χαρακτήρα επιδεικτικού υπερκαταναλωτισμού και από τη μετάβαση από τη συλλογική αντίληψη της στρατευμένης τέχνης, ως την ατομική συνείδηση της τέχνης της διασκέδασης, το τραγούδι στα χρόνια της Μεταπολίτευσης έχει ακολουθήσει την κοινωνική και πολιτική πορεία της χώρας, εκφράζοντας ανά περίοδο τα επιτεύγματα και τις δεινοπάθειες της πορείας αυτής.

 Το tvxs.gr θυμάται τα γεγονότα που χαρακτήρισαν την μεταπολιτευτική μουσική σκηνή και αναλύει την πορεία από τα τραγούδια της λευτεριάς στα σκυλάδικα της δηθενιάς, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη σχολιάζει την εμπορευματοποίηση της τέχνης, τη σκόπιμη αποσιώπηση
της που δεν μπόρεσε όμως να υπερνικήσει το λειτουργικό της σκοπό και μας προτρέπει να... μην κοιτάμε πίσω, μόνο μπροστά για να μπορέσουμε να χτίσουμε σε νέα βάση την εποχή της μετα-Μεταπολίτευσης.

Τα τραγούδια της λευτεριάς


«Δώστε τη χούντα στο λαό», φωνάζει ο κόσμος που αναπνέει αέρα ελευθερίας, μετά από επτά χρόνια κατά τα οποία η εγχώρια πνευματική και καλλιτεχνική αναζήτηση και δημιουργία είχε κατασταλεί με τρόπο ανάλογο της καταστολής των πολιτικών ελευθεριών, μόλις ο Μίκης Θεοδωράκης τραγουδήσει το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Όταν σφίγγουν το χέρι», στη θρυλική συναυλία που έγινε στο Στάδιο Καραϊσκάκη τον Ιούλιο του 1974, αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος. Θα ακολουθήσουν οι συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Σταύρου Ξαρχάκου, στις οποίες οι Χαράλαμπος
Γαργανουράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κοχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέττα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Μαρία Φαραντούρη και Λάκης Χαλκιάς θα τραγουδήσουν την πολυπόθητη ελευθερία.

Η πανηγυρική διάθεση που ακολουθεί τη νίκη της δημοκρατίας επί της δικτατορίας θα θεσμοθετήσει και την πολιτισμική ταυτότητα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, καθιστώντας ορόσημα τις αγωνιστικές συναυλίες των πρώτων ημερών. Η πολιτική στράτευση θα καταστεί ταυτόσημη του πολιτισμικού γίγνεσθαι μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, μέσα από την αναπαραγωγή των επικών έργων των εξόριστων της χούντας καλλιτεχνών αλλά και της αντάρτικης και μετεμφυλιακής μουσικής παραγωγής. Η μουσική τα πρώτα χρόνια της αποκατάστασης έχει πρωτίστως χαρακτήρα συλλογικό και κάθε προσωποκεντρική προσέγγιση που προβάλλεται κυρίως στην εκτός συνόρων παραγωγή αντιμετωπίζεται ενοχικά, με καχυποψία και πολλές φορές με απαγόρευση από την πολιτικοποιημένη
νεολαία που ανδρώθηκε υπό τη σκιά της χούντας των συνταγματαρχών.

Το ντοκιμαντέρ «Τα τραγούδια της φωτιάς», του Νίκου Κούνδουρου, καταγράφει τις πρώτες εκείνες συναυλίες καθώς επίσης και άλλες μαζικές εκδηλώσεις που έγιναν στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1974 για την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, σκιαγραφώντας με γλαφυρότητα και συνέπεια το κλίμα που επικρατούσε, μετά την πτώση της Χούντας. «Πρόκειται για μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μια ταινία ωδή στη λευτεριά», θα πει ο Κούνδουρος για το ντοκιμαντέρ του που καταφέρνει να μεταδώσει τον πολιτισμικό παλμό των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης όσο κανένα άλλο.
Η δεύτερη νομιμοποίηση του ρεμπέτικου

Χαρακτηριστικό των δεκαετιών του '70 και του '80 είναι η εκ νέου νομιμοποίηση και προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου από σύγχρονους τραγουδιστές που ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα το κλασικό ρεπερτόριο, αλλά επενδύουν και στη δημιουργία μιας σύγχρονης μορφής του προσαρμοσμένης στην ταυτότητα της νεωτερικής κουλτούρας που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Το μουσικό ρεύμα που προπολεμικά ταυτίστηκε με την κοσμοπολίτικη έκφανση του μικρασιατικού ελληνισμού και αργότερα με την λαϊκή κουλτούρα του αστικού περιθωρίου, αφού έχει διωχθεί από τη Δεξιά και έχει αντιμετωπιστεί με καχυποψία από την Αριστερά, επανέρχεται για να αποδαιμονοποιήσει το γλέντι, που έχει αμαυρωθεί από την αρνητική χροιά που του έχει αποδοθεί μετά τα χουντικά γλέντια των δικτατόρων.

Η επανεγκαθίδρυση του ρεμπέτικου πέραν της καλλιτεχνικής αξίας του γεγονότος, αποτελεί την πρώτη προσπάθεια μεταδικτατορικής μετάβασης από τη συλλογική στην ατομική πολιτισμική κατανάλωση. Το
κοινό που μετά την αποκατάσταση του πολιτεύματος έχει πολιτικοποιήσει τον πολιτισμό συμμετέχοντας προσωπικά αποστασιοποιημένο σε συναυλίες συμπαράστασης ή διαμαρτυρίας, εκπαιδεύεται εκ νέου στη διασκέδαση. Η Οπισθοδρομική Κομπανία των Σφακιανάκη, Εμμανουηλίδη, Στρατηγόπουλου κι Εξαρχάκου με τραγουδίστρια την Ελευθερία Αρβανιτάκη και σπουδαίες συνεργασίες στο ενεργητικό του σαν σχήμα, περιοδευει στις ταβέρνες των αστικών κέντρων και της επαρχίας εκπαιδεύοντας τους θαμώνες στη συμμετοχή. Οι Έλληνες αρχίζουν ξανά να τραγουδούν και να χορεύουν, αποβάλλοντας σιγα-σιγα την πνευματική αναπηρία που έχει αφήσει πίσω της η χούντα.

Σημείο σταθμό για την αποκατάσταση και την εξιδανίκευση του ρεμπέτικου από την προοδευτική
πολιτισμική πτέρυγα, αποτελεί και η πολυβραβευμένη ομώνυμη ταινία του Κώστα Φερρή και της Σωτηρίας Λεονάρδου που βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1983, γνωρίζοντας θερμή υποδοχή. Το soundtrack της ταινίας περιλαμβάνει ιστορικά κομμάτια όπως τα «Στου Θωμά», «Καίγομαι, καίγομαι», «Μπουρνοβαλιά», «Το δίχτυ» και «Μάνα μου Ελλάς» και διαγράφει εξίσου εντυπωσιακή πορεία, ξεπερνώντας σε πωλήσεις τα 200 χιλιάδες αντίτυπα. Το «Ρεμπέτικο» πραγματεύεται την πολυτάραχη ζωή της θρυλικής ρεμπέτισσας Μαρίκας Νίνου, μπλέκοντας πραγματικά και μυθοπλαστικά γεγονότα, που σκιαγραφούν τη μυθική διάσταση της λαϊκής κουλτούρας του μουσικού αυτού ρεύματος που φέρει στα μετόπισθεν μια διαφορετική από τη δεδομένη για την εποχή φιλοσοφία ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου